
Μηχανισμός Άμυνας του κόλπου
Γενική περιγραφή για το πως προστατεύεται ο κόλπος της γυναίκας
Η φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου αποτελείται κυρίως από γαλακτοβάκιλο καθώς επίσης και μικρές αποικίες από αερόβια και αναερόβια βακτήρια. Στον στείρο κόλπο του νεογέννητου κοριτσιού οι πρώτοι άποικοι μικροοργανισμοί ενοφθαλμίζονται από τα κόπρανα του ιδίου και από τα χέρια αυτού που το περιποιείται. Από τα κοινά είδη που αποικούν τον κόλπο ο οποίος είναι πλούσιος σε ορμονική υποστήριξη κατά την γέννηση, προαιρετικά επικρατούν οι γαλακτοβάκιλοι. Ο κόλπος της γυναίκας επηρεάζεται από τα οιστρογόνα, γυναικεία ορμόνη σχετική με τον μηχανισμό ωορρηξίας, η οποία προκαλεί ωριμότητα στο κολπικό επιθήλιο και την έκκριση σακχάρων στο κολπικό έκκριμα τα οποία διασπόνται από τον γαλακτοβάκιλο σε γαλακτικό οξύ. Οι γαλακτοβάκιλοι χρησιμεύουν ως μια φυσική άμυνα του κόλπου διαμέσου της παραγωγής αφενός μεν γαλακτικού οξέως, το οποίο διατηρεί το κολπικό pΗ κάτω από 4,5 και υπεροξείδιο του υδρογόνου (Η2Ο2 = οξυζενέ), το οποίο δρα ως αντισηπτικό και αναστέλλει την ανάπτυξη των μικροοργανισμών που δεν παράγουν το ένζυμο καταλάσης. Επίσης, oι γαλακτοβάκιλλοι παράγουν βακτηριοσίνες για την καταστολή της παθογόνου ανάπτυξης ορισμένων βακτηρίων, εκτός από το γαλακτικό οξύ και H2O2 (υπεροξείδιο του υδρογόνου) . Το γαλακτικό οξύ μειώνει το κολπικό pH σε περίπου 4,5 ή λιγότερο, εμποδίζοντας την επιβίωση άλλων βακτηρίων και το H2O2 αποκαθιστά τη φυσιολογική βακτηριακή μικροχλωρίδα και το φυσιολογικό pH του κόλπου. Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι, στα παιδιά, οι γαλακτοβάκιλλοι όπως ο Lacticaseibacillus rhamnosus (προηγουμένως L. rhamnosus ) σχετίζονται με μείωση του ατοπικού εκζέματος, γνωστό και ως δερματίτιδα , λόγω των αντιφλεγμονωδών κυτοκινών που εκκρίνονται από αυτό το προβιοτικό βακτήριο.
Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί μια ισχυρή άμυνα ενάντια στην υπερβολική αύξηση των άλλων κολπικών βακτηριδίων, ιδιαίτερα των αναερόβιων. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι, ορισμένα είδη από γαλακτοβάκιλους χρησιμοποιούν τις φλαβοπρωτεΐνες για την τελική οξείδωση και παράγουν υπεροξείδιο του υδρογόνου (Η2Ο2). Διαπιστώθηκε ότι η απουσία του υπεροξειδίου του υδρογόνου που παράγουν οι γαλακτοβάκιλοι, ήταν παράγοντας κινδύνου για μετέπειτα ανάπτυξη αναερόβιας κολπίτιδας. Επίσης, το εντερικό είδος του γαλακτοβάκιλου που υπάρχει στον κόλπο, έχει αποδειχθεί ότι αναχαιτίζει μια μεγάλη ποικιλία από αερόβιους μικροοργανισμούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα κολοβακτηρίδια, κλωστηρίδια, βακτηριοειδή, οι σταφυλόκοκκοι, στρεπτόκοκκοι και τα εντεροβακτηριοειδή.
Η λογική της ζυγαριάς στην βακτηριδιακή ισορροπία του κόλπου

Σε γυναίκες με βακτηριδιακή κολπίτιδα (ΒΚ), η συγκέντρωση των γαλακτοβάκιλων μειώνεται σημαντικά (λιγότερες από 10.000 αποικίες / ml κολπικού υγρού) που επιτρέπει την υπερανάπτυξη των αναερόβιων, Gardnerella vaginalis και Mycoplasma hominis, που επικρατούν σε αριθμούς 100 έως 1000 φορές υψηλότερες από ό, τι στις γυναίκες με φυσιολογική χλωρίδα. Ειδικότερα, G. vaginalis, Peptostreptococcus spp., Prevotdla spp. και Mobiluncus spp. είναι παρόντες σε αυξημένους αριθμούς σε γυναίκες με βακτηριδιακή κολπίτιδα.
Η τραχηλίτιδα που συνοδεύεται από βλεννοπυώδες έκκριμα μπορεί να προκληθεί από χλαμύδια (Chlamydia trachomatis) ή από γονόκοκκο (Neisseria gonorrhoeae). Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις τραχηλίτιδας με έκκριμα δεν μπορεί εργαστηριακά να απομονωθεί μικροοργανισμός. Επίσης η τραχηλίτιδα μπορεί να παραμένει παρά τις επανειλημμένες αντιμικροβιακές θεραπείες. Στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται εμμένουσα ή υποτροπιάζουσα τραχηλίτιδα χωρίς διαπίστωση μικροβιακού παράγοντα, σε αυτές τις επίμονες περιπτώσεις η βλεννοπυώδης τραχηλίτιδα αποδίδεται σε άλλους μη μικροβιολογικά καθοριστικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η φλεγμονή στη ζώνη μετάλλαξης ή σε εκτρόπιο (εικόνες) του αδενικού επιθηλίου του τραχήλου.
Λόγω της εγγύτητας και της επικοινωνίας του έξω και έσω γεννητικού συστήματος της γυναίκας, γυναίκες με ΒΚ διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για να αναπτύξουν λοίμωξη του έσω γεννητικού συστήματος (μήτρα, σάλπιγγες, ωοθήκες).
